Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

Μια σταγόνα ταξιδεύει.

Παραμύθι που γράφτηκε από κοινού από μαθητές του Α' Δημοτικού Σχολείου Λατσιών (Κύπρος) και του Δημοτικού Σχολείου Δημητριτσίου (Ελλάδα)
Μια σταγόνα ταξιδεύει.
Κεφάλαιο 1ο
Η μαμά σταγόνα, ο μπαμπάς σταγόνα, ο Σταγονούλης και η αδελφή του η σταγονίτσα η Μαριλού, άνοιξαν τα μάτια τους στον πρωινό ήλιο. Όλα ήταν τόσο όμορφα γύρω. Το ποτάμι κελάρυζε ήσυχα. Το ποτάμι ήταν το σπίτι τους.
Ξαφνικά όµως, κι ενώ όλα ήταν τόσο ήσυχα, φάνηκε µια µεγάλη βρώµικη και γκρίζα κηλίδα. Καθώς έπλεε στην επιφάνεια του νερού άφηνε πίσω της διάφορα χρώµατα και µόλυνε το νερό. Ήταν ο κύριος Πετρελένιος µε την κυρία Πετρελένιου και τα πολλά, πολλά παιδάκια τους. Συζητούσαν κι έλεγαν πώς
να πλησιάσουν και να µολύνουν όσο το δυνατόν πιο πολλές σταγόνες νερού από το ποτάµι. Κι έβαλαν σε εφαρµογή το τροµερό και βρώµικο σχέδιό τους. Κολλούσαν στις καθαρές σταγόνες και τις ρύπαιναν.
 ∆εν άργησε να έρθει και η σειρά της σταγονίτσας Μαριλού. Κατάλαβε ότι το καθαρό της φόρεµα
έγινε απ’ τη µια στιγµή στην άλλη γεµάτο πιτσιλιές από πετρέλαιο. Η ώρα περνούσε και η οικογένεια Πετρελένιου συνέχιζε το ρυπαρό και µολυσµατικό της έργο.
Είχε γίνει πια µεσηµέρι. Ο ήλιος ζέσταινε το ποτάµι. Μερικές σταγόνες άρχισαν να εξατµίζονται και να ανεβαίνουν στον ουρανό. Μια απ’ αυτές τις σταγόνες ήταν και η Μαριλού. Όσο ανέβαινε σκεφτόταν την καταστροφή του σπιτιού της. ∆εν ήξερε ποιος έστειλε την πετρελαιοκηλίδα. Όλο και ανέβαινε και σκεφτόταν ότι πρέπει να πολλαπλασιαστούν οι σταγόνες του νερού στο ποτάµι, έτσι ώστε να νικήσουν
την οικογένεια του κυρίου Πετρελένιου. Σκεφτόταν ακόµη ότι πρέπει να αποδείξουν, ότι το νερό είναι το πιο σηµαντικό πράγµα σε όλο τον κόσµο.
- Να σταµατήσουν πια να χρησιµοποιούνε πετρέλαιο. Έλεγε και ξανάλεγε.
Αλλά ποιος την άκουγε τώρα που ήταν υδρατµός; Η φωνή της ήταν πολύ αδύνατη και µόλις µπορούσαν να την ακούσουν οι άλλες σταγόνες στον µεσηµεριάτικο ουρανό.
Πέρασαν αρκετές ώρες και η σταγονίτσα έµενε να ακροβατεί στον ουρανό µε το βρώµικο φορεµατάκι της µε τις πιτσιλιές. Όταν άρχισε να νυχτώνει ένα αεράκι την σήκωσε ψηλά και την άφησε απαλά σε ένα σύννεφο που περνούσε εκείνη την ώρα, πάνω από το ποταµάκι. Τα βατράχια στο ποτάµι όταν πήγαν να τραγουδήσουν, κατάλαβαν ότι το δέρµα τους είχε γεµίσει σταγόνες από τον κύριο Πετρελένιο.
Η σταγόνα έτσι όπως προσνεφώθηκε, έπεσε πάνω σε µια παρέα καθαρές σταγόνες. Ενώθηκε πολύ γρήγορα αλλά δεν άργησε να καταλάβει ότι οι άλλες σταγόνες την έδειχναν µε το χέρι τους και την απόφευγαν. ∆εν ήθελαν να παίξουν µαζί της.
-Είσαι βρώµικη. Φύγε από κοντά µας, της φώναζαν κατάµουτρα.
- Βρωµάς, µυρίζεις άσχηµα, τι άλλο να σου πω. Φύγε από κοντά µου, της πέταξε µια άλλη σταγόνα.
Η καηµένη στενοχωριόταν και δεν ήξερε τι να κάνει.
Η σταγόνα Μαριλού συνέχιζε το ταξίδι της. Ήταν στο σύννεφο και ταξίδευε µαζί του. Πέρασαν από το Σκουποχώρι. Το Σκουποχώρι, όπως το λέει και η λέξη, ήταν ένα σκουπισµένο χωριό που δεν είχε καθόλου, µα καθόλου σκουπίδια. ∆εν είχε καθόλου σκουπίδια, ούτε βρωµιές, αλλά ούτε και σκόνες. Κάποιο πρωινό όµως άρχισε να βρέχει. Να βρέχει πάρα πολύ. Χιλιάδες σταγόνες έπεφταν στη γη. Η
σταγονίτσα µας, παρόλο που δεν την κάναν παρέα, δεν έπεφτε µε τη βροχή αλλά συνέχιζε να ταξιδεύει. Να ταξιδεύει και να είναι µόνη, δεν την ήθελαν οι άλλες σταγόνες.
Το σύννεφο ήταν αυτή τη στιγµή πάνω από ένα τροµακτικό κάστρο. Αλλά ούτε και αυτή τη φορά έπεσε στη γη.
Περνούσαν οι ώρες και η σταγόνα η Μαριλού έµενε στην άκρη, αµίλητη. Σκεφτόταν την οικογένειά της.
Τον πατέρα της, τη µαµά της, τα αδέλφια της στο ποτάµι κι έκλαιγε. Ήθελε πολύ να κατέβει στη γη να διαµαρτυρηθεί για τη µόλυνση του νερού.
Μια µέρα τυχαία συνάντησε τον Jack µε τη φασολιά του.
- Εσύ πρέπει να είσαι ο Jack µε τη φασολιά σου, είπε η Μαριλού.
- Ναι, εγώ είµαι ο Jack µε τη φασολιά µου. Κι εσύ ποια είσαι του λόγου σου;
- Είµαι η Μαριλού. Είµαι γεµάτη πιτσιλιές, γιατί το ποτάµι που ζούσα µολύνθηκε από την πετρελαιοκηλίδα του κυρίου Πετρελένιου.
- Χµ, µόνο κύριος δεν είναι αυτός ο Πετρελένιος. Πες µου τώρα τι να κάνουµε µε τις πιτσιλιέs σου;
- ∆εν ξέρω δεν µου έρχεται καµιά ιδέα.
- Άκουσε Μαριλού, θα κατέβω στη γη και θα προσπαθήσω να φωνάξω δυνατά «κάτω τα µολυσµένα νερά». Θα πω σε όλους να σταµατήσουν τη µόλυνση στα νερά, τής είπε ο σκεφτικός ο Jack µε τη φασολιά του.
Τον αποχαιρέτησε η Μαριλού και συνέχισε να ταξιδεύει. Το απόγευµα πέρασαν πολύ χαµηλά από µια µεγαλούπολη. Τόσο χαµηλά, που µπορούσαν να βλέπουν καθαρά τι γινόταν στους δρόµους.
Ήταν την ώρα που το σύννεφο γινόταν σιγανή νεροποντή. Η Μαριλού έβλεπε από ψηλά τι συνέβαινε στα σπίτια των ανθρώπων. Μπορούσε να δει τι συνέβαινε στην καθηµερινή ζωή τους. Στα πιο πολλά σπίτια έβλεπε τους ανθρώπους ν’ αφήνουν τις βρύσες ανοιχτές, να σαπουνίζουν τα χέρια τους και το νερό να τρέχει άσκοπα, να βουρτσίζουν τα δόντια τους και να φεύγει το νερό χωρίς σκέψη. Πολλές άλλες οικογένειες να χαραµίζουν τζάµπα το νερό.
Σκέφτηκε ότι τώρα έχει δύο µεγάλους και τρανούς λόγους να διαµαρτυρηθεί. Ο πρώτος είναι ότι οι άνθρωποι ρυπαίνουν το νερό. Ο δεύτερος είναι ότι ξοδεύουν και χαραµίζουν άσκοπα το νερό.
Κι ενώ έκανε αυτές τις σκέψεις άρχισε να συνειδητοποιεί ότι κάτι παράξενο, κάτι αόρατο την τραβούσε προς τη γη. Μια δύναµη πολύ µεγάλη την απέσπασε απ’ το σύννεφο. Την ξεκόλλησε.
Ένιωθε να ταξιδεύει πολύ γρήγορα Ένιωθε να ζαλίζεται απ’ την ταχύτητα. Ήταν κάτι διαφορετικό αυτό που αισθανόταν τώρα. Χαιρόταν γιατί θα βρισκόταν και πάλι στη γη. Ίσως να έβρισκε και πάλι τους γονείς της. Σε κάθε περίπτωση όµως δεν θα είχε την ειρωνική και ρατσιστική συµπεριφορά των άλλων σταγόνων. Έπεσε σ’ ένα κάδο ανακύκλωσης.
Εκεί µέσα έµεινε χωρίς να µπορεί να κάνει τίποτε. Μέσα στα τενεκεδάκια κατάφερε να συναντήσει κι άλλες σταγόνες. Τη µικρή Μαριάννα, τη ∆ροσούλα και άλλες.
-Τι µεγάλη µπόχα Θεέ µου! είπε η ∆ροσούλα
Τι ατυχία ήταν αυτή, να πέσουµε στον κάδο! Συµπλήρωσε η Μαριάννα.
- Σκέψου όµως να είχαµε πέσει σε κάδο σκουπιδιών! Τότε θα ήταν πολύ χειρότερα.
Κάποια στιγµή σταµάτησε να βρέχει και τα παιδιά βγήκαν από τα σπίτια τους κι άρχισαν να παίζουν µπάλα. Έπαιζαν κοντά στον κάδο. ‘Έτσι όπως έπαιζαν, ένα παιδί χτυπώντας τη µπάλα χτύπησε κατά λάθος τον κάδο. Ο κάδος έπεσε κάτω και ή σταγόνα κατρακυλώντας βγήκε έξω. Ζαλισµένη απ’ τις τούµπες ξεκίνησε να κυλάει. Να κυλάει ώσπου έφτασε σ’ ένα πάρκο. Εκεί υπήρχε µια µικρή παραδοσιακή βρυσούλα. Έτρεχε το νερό κι ακουγότανε µεσ’ στο απόγευµα.
Μπήκε στο ρυάκι και ξεπλύθηκε. Ήθελε να καθαρίσει. Να µη µυρίζει άσχηµα.
∆εν άργησε να πάει σ’ένα σπίτι. Το σπίτι ήταν µεγάλο. Η πόρτα ήταν ανοικτή και η σταγόνα µπήκε µέσα. Άρχισε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα ώσπου µπήκε σ’ ένα δωµάτιο. Εκεί ήταν ένα κοριτσάκι που διάβαζε τα µαθήµατά του στο
γραφείο. Σκαρφάλωσε στο γραφείο για να του µιλήσει. Όµως άδικα µιλούσε γιατί το κοριτσάκι δεν άκουγε. Σκέφτηκε να τραβήξει τη µπλούζα του κοριτσιού για να την ακούσει. Τότε µόνο το κοριτσάκι είδε τη σταγόνα και τη ρώτησε:
- Ποια είσαι εσύ;
Είµαι µια σταγόνα.
-Και τι ζητάς εσύ εδώ; την ξαναρώτησε.
-Έπεσα µέσα σ’ ένα κάδο. Ήταν απαίσια µέσα στα σκουπίδια. Πέρασα δύσκολες ώρες. Κάποια στιγµή όµως ο κάδος κατρακύλησε και έτσι µπόρεσα να βγω έξω. ∆εν άργησα να φτάσω ως εδώ.
Το κοριτσάκι συγκινήθηκε µε την ιστορία της σταγόνας.
- Ωραία! Μπορείς να µείνεις εδώ όσο θέλεις. Μια στιγµή όµως να φέρω ένα ποτηράκι για να αισθάνεσαι πιο άνετα.
Κατέβηκε γρήγορα τη µεγάλη εσωτερική σκάλα κι έφτασε στην κουζίνα. Άνοιξε ένα ντουλάπι, πήρε ένα µικρό γυάλινο ποτήρι και επέστρεψε γρήγορα στο δωµάτιό της. Η σταγονίτσα χάρηκε πάρα πολύ.
Την άλλη µέρα το κοριτσάκι έπρεπε να πάει στο σχολείο. ∆εν ήθελε όµως ν’ αφήσει τη σταγόνα µόνη της.

Κεφάλαιο 2 (Κύπρος)

Το κοριτσάκι, που το έλεγαν Ζωή, αποφάσισε να βάλει τη σταγόνα σε ένα µπουκάλι για να το πάρει µαζί της στο σχολείο.
Μόλις µπήκαν στο σχολείο η Μαριλού είδε ένα τόσο µεγάλο κτήριο που δεν είχε ξαναδεί στη ζωή της.
Πέρασαν από τα µεγάλα γήπεδα της καλαθόσφαιρας και του ποδοσφαίρου και µπήκαν στην κεντρική αυλή.
Περνώντας από τις βρύσες είδε παιδιά να σπαταλούν το νερό, να πίνουν νερό και να αφήνουν τις βρύσες ανοιχτές, να γεµίζουν τα µπουκάλια τους και να αδειάζουν το νερό.
Η Ζωή ένιωσε τη µπουκάλα στο χέρι της να τρέµει και την άνοιξε να δει τι συµβαίνει. Η Μαριλού άρχισε να διαµαρτύρεται για τη σπατάλη του νερού ενώ η Ζωή προσπαθούσε να την ησυχάσει. Τότε µια φίλη της, η Μαργαρίτα την πλησίασε και τη ρώτησε µε ποιον µιλά. Η Ζωή της απάντησε:
-Μιλώ µε τη µικρή µου σταγόνα.
-Πού τη βρήκες;
-Ήρθε και µε βρήκε αυτή από ένα σύννεφο που έβρεξε και την έριξε κοντά στο σπίτι µου.
-Μπορώ να της µιλήσω κι εγώ;
Εκείνη την ώρα µπήκαν πολλά παιδιά στην τάξη και πλησίασαν τα κορίτσια. Όλα ήθελαν να µιλήσουν στη µικρή σταγόνα.
Η Μαριλού είπε στα παιδιά την ιστορία της, τους µίλησε για την οικογένειά της που υποφέρει από τη µόλυνση του νερού, για τα βατραχάκια και τα ψάρια που υποφέρουν και αυτά και αν δε γίνει κάτι σύντοµα θα πεθάνουν.
Τα παιδιά συγκινήθηκαν και αποφάσισαν ότι έπρεπε να δράσουν εδώ και τώρα και ότι έπρεπε να πάνε στο ποτάµι της Μαριλού να δουν τι συνέβαινε. Έτσι µόλις σχόλασαν, ο Βασίλης, η Ελπίδα, η Ειρήνη και ο Γιάννης συναντήθηκαν στο σπίτι της Ζωής και ξεκίνησαν για το ποτάµι. Στο δρόµο συζητούσαν για το νερό. Κατάλαβαν ότι το νερό είναι πολύτιµο και δεν µπορούν να το σπαταλούν άσκοπα.
Περπατούσαν για ώρες και ώρες ώσπου τελικά κατάφεραν να φτάσουν στο ποτάµι. Εκεί είδαν σκουπίδια πεταγµένα γύρω και µέσα στο ποτάµι και µια πετρελαιοκηλίδα που όλο και µεγάλωνε.
-Βοήθεια! Βοηθείστε µας! Φώναζαν απελπισµένες οι µικρές σταγονούλες.
-Κοάξ! Κοάξ! Πεθαίνουµε, φώναζαν τα µικρά βατραχάκια.
Τα παιδιά δεν ήξεραν τι να κάνουν όταν ξαφνικά άκουσαν ένα γέρικο δέντρο να µιλάει:
- Παιδιά µου, εδώ και χρόνια που µένω κοντά σ’ αυτό το ποτάµι βλέπω συνεχώς τους ανθρώπους να µολύνουν το νερό. Έρχονται και ρίχνουν τα σκουπίδια τους εδώ καθώς και άλλες βρωµιές.
- Ποιος είσαι εσύ; Γιατί µιλάς;
- Μεγάλη ιστορία! Τέλος πάντων, όπως έλεγα, πολλοί άνθρωποι µολύνουν το νερό µε αποτέλεσµα να πεθαίνουν τα ζώα και να µαραίνονται τα φυτά. Το χειρότερο όµως είναι αυτή η πετρελαιοκηλίδα που φάνηκε τώρα τελευταία και απειλεί την εξαφάνιση κάθε ζωής από το ποτάµι.
- Παιδιά πρέπει να βρούµε τον ένοχο, είπε αποφασιστικά η Ελπίδα.
- Πάµε να δούµε από πού προέρχεται το πετρέλαιο. Πάµε προς τα πάνω.
Τότε άρχισαν να ακολουθούν το ποτάµι προσπαθώντας να φτάσουν στην αρχή της πετρελαιοκηλίδας. ∆εν άργησαν να φτάσουν µπροστά σε ένα εργοστάσιο που έχυνε τα λύµατά του µέσα στο ποτάµι. Μια µεγάλη ταµπέλα απ’ έξω έλεγε; ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΠΕΤΡΕΛΗΣ ΛΤ∆.
Η Μαριλού παραξενεύτηκε πολύ και είπε θυµωµένη:
-Γιατί ο κ. Πετρέλης µολύνει κάθε µέρα το ποτάµι; ∆ε λυπάται το ζώα που πεθαίνουν από τα λύµατά του;
-Μη θυµώνεις Μαριλού, θα πάµε να µιλήσουµε εµείς στον κύριο Πετρέλη και θα του πούµε: «∆ε λυπάσαι που καταστρέφεις το περιβάλλον και τα ζώα που ζουν σ’ αυτό;» Και αυτός θα σταµατήσει να το µολύνει και θα ξαναγίνει καθαρό. Έτσι θα µπορείς να επιστρέψεις σ’ αυτό και την οικογένειά σου.
∆υστυχώς δεν έγιναν τα πράγµατα όπως τα προγραµµάτισαν τα παιδιά. Ο κ. Πετρέλης γέλασε και τους έδιωξε «κακήν κακώς» από το εργοστάσιό του λέγοντάς τους πως δεν υπήρχε περίπτωση να το εγκαταλείψει ή να σταµατήσει να ρίχνει τα λύµατά του εκεί.
-Κάτι πρέπει να κάνουµε παιδιά, δε µπορούµε να αφήσουµε τον κ.Πετρέλη να µολύνει το ποτάµι! Κάτι πρέπει να γίνει.
-Αααα, το βρήκα! Να µαζέψουµε όλα τα παιδιά, να ετοιµάσουµε πανό και να κάνουµε µια διαδήλωση εναντίον του εργοστασίου αυτού. Θα δώσουµε ενηµερωτικά φυλλάδια στον κόσµο ώστε να 'ρθουν κι άλλοι στη διαδήλωσή µας και να πορευθούν όλοι µαζί στο εργοστάσιο του Πετρέλη.
Καθώς συζητούσαν δεν πρόσεξαν πώς ένα παιδί, ο Άντης, καθόταν παράµερα και έκλαιγε. Πήγαν κοντά του και προσπάθησαν να τον παρηγορήσουν. Μα ο Άντης δε σταµατούσε να κλαίει, ήταν απαρηγόρητος. Ένιωθε ένα βάρος να τον πνίγει.
-Ο κύριος Πετρέλης είναι ο… είναι ο … πατέρας µου, τους είπε µέσα στους λυγµούς του και ποτέ δε θα κλείσει το εργοστάσιό του ό,τι και να κάνουµε…

Κεφάλαιο 3 (Ελλάδα)
-Γιατί το λες αυτό, τον ρώτησαν.
-Ο πατέρας µου βγάζει πολλά λεφτά και δεν πρόκειται να το κλείσει. Να σας πω και κάτι ακόµη. Σε δυο µέρες θα ξαναρυπάνει το ποτάµι που το λένε « το καθαρούλι ποταµάκι». Έτσι όπως έγινε µόνο καθαρό δεν είναι.
- Μα εκεί έµενα εγώ, φώναξε η Μαριλού.
-Πού;
- Στο « καθαρούλι ποταµάκι». Κι έχει δίκιο ο Άντης, τώρα µόνο καθαρό δεν είναι.
-Τι θα κάνουµε τώρα; Ούτε κι εµένα µ’ αρέσει η δουλειά του πατέρα µου.
-Ποια µέρα είπες ότι θα µολύνει το ποτάµι; Ρώτησε η Ελπίδα.
-Σήµερα είναι Τρίτη, σε δύο µέρες. Οπότε την Πέµπτη.
-Και τι ακριβώς θα κάνει; Πετάγεται ο Γιάννης.
-Όλα τα πλαστικά, τα λύµατα, τις βρωµιές και ότι άλλο σιχαµερό έχει για πέταµα, εκεί θα το πετάξει.
- Μα πώς βγάζει λεφτά έτσι; Απορεί η Ζωή.
- Να σας πω τι ακριβώς συµβαίνει. Κάθε µισό µήνα, κάθε δεκαπέντε µέρες δηλαδή, γίνεται έλεγχος καθαριότητας στο εργοστάσιο. Αυτός ότι έχει για πέταµα, το πετάει στα ποτάµια και στη γύρω περιοχή. Έτσι για την καθαριότητα, τού δίνουν κάτι.
-Πρέπει κάτι να σκεφτώ. Αααααα, το βρήκα. Όπως είπαµε και πριν θα µοιράσουµε φυλλάδια, θα κάνουµε ανακοινώσεις και θα ενηµερώσουµε τον κόσµο. Μετά θα πάµε στο «καθαρό ποταµάκι» και θα κάνουµε διαµαρτυρία ώστε να ντραπεί τόσο πολύ ο πατέρας σου, που να µην το ξανακάνει, είπε η Μαριλού.
- Καλή ιδέα. Πού θα βρούµε όµως διαφηµιστικά φυλλάδια και µια ντουντούκα;
- Εσύ Άντη, το µόνο που θα κάνεις είναι να ρωτήσεις τι ώρα θα πετάξει ο πατέρας σου τα λύµατα στο ποτάµι, είπε ο Βασίλης.
- Κι αν µε ρωτήσει γιατί ρωτάω τι θα του πω;
- Ξέρω γω; Πες του ότι θες να πας να δεις το ποτάµι. Ή ότι έχεις να κάνεις µια έρευνα για τα ποτάµια.
Ή µια εργασία για το σχολείο που έχει σχέση µε τα ποτάµια συµπλήρωσε πάλι ο Βασίλης.
- Πολύ καλά. Αυτό µόνο;
- Ναι, τα υπόλοιπα θα τ’ αναλάβουµε εµείς.
Φεύγει ο Άντης και µένει η Ζωή, η Ελπίδα, ο Βασίλης η Ειρήνη ο Γιάννης και η σταγόνα η Μαριλού.

Κεφάλαιο 4 (Κύπρος)

Σε λίγο ο Άντης επέστρεψε λαχανιασµένος.
- Στις 11 το πρωί, φώναξε.
- Ωραία. Στις 11 παρά τέταρτο θα µαζευτούµε στο καθαρούλι ποταµάκι. Το πρόβληµα είναι πού θα βρούµε τα φυλλάδια και την ντουντούκα, διερωτήθηκε η Ζωή.
- Νοµίζω πως έχω µια στο ντουλάπι µε τα παλιά µου παιχνίδια! Είπε ο Γιάννης.
- Να ψάξεις οπωσδήποτε σήµερα και να µας πεις αύριο. Τα ενηµερωτικά φυλλάδια;
- Ίσως τα δαχτυλογραφήσει κάποιος στον υπολογιστή και να το φωτοτυπήσουµε,
σκέφτηκε η Ειρήνη.
- Μα δεν έχουµε τόσα χρήµατα, λέει η Ελπίδα.
- Μήπως να ενηµερώσουµε όλα τα παιδιά της τάξης και να δώσουν όλοι ένα µικρό ποσό; Θα φτιά-
ξουµε και µεγάλα πανό! Είπε ο Βασίλης.
- Μα δεν θα δεχτεί η δασκάλα µας, λέει η Ζωή.
- Θα την πείσουµε. Το ζήτηµα µας αφορά όλους άµεσα, απάντησε η Ελπίδα.
Τα παιδιά και η Μαριλού έφυγαν ευχαριστηµένοι. Το πρωί της Τετάρτης µαζεύτηκαν πάλι µε ανεβασµένη διάθεση.
- Βρήκα την ντουντούκα! Είπε µε ενθουσιασµό ο Γιάννης.
- Κατάφερα να πάρω µερικά µισοάδεια τενεκεδάκια µε µπογιά από την αποθήκη µας για να βάψουµε τα πανό, είπε ο Βασίλης.
- Υφάσµατα έχουµε; Ρώτησε η Ζωή.
- Ωχ, όχι και πού να τα βρούµε; διερωτάται η Ελπίδα.
- Μαζέψατε χρήµατα από τα παιδιά της τάξης; Ρωτά ο Γιάννης.
- Ναι, αλλά το ποσό δεν είναι µεγάλο. Φτάνει µόνο για να φωτοτυπήσουµε τα φυλλάδια, απάντησε η Ζωή.
-Τα δακτυλογράφησες Γιάννη; Ρώτησε ανυπόµονα η Μαριλού.
- ∆εν τέλειωσα ακόµη.
- Πότε θα τελειώσεις; Αύριο θα κάνουµε τη διαδήλωση. ∆εν θα προλάβουµε και το σχέδιο µας θα αποτύχει, φώναξε έντροµη η σταγονίτσα.
- Μην ανησυχείς Μαριλού, σου υπόσχοµαι ότι θα τα τελειώσω όλα και θα τα φωτοτυπήσω. Με τα υφάσµατα όµως τι θα γίνει;
- Έχω µια ιδέα, φώναξε ο Βασίλης. Τι θα λέγατε αν πήγαινα στην κυρα-Ρήνα τη µοδίστρα µαζί µε τη Μαριλού και της εξηγούσαµε το δράµα που περνά αυτή και η οικογένειά της µε τη ρύπανση του ποτα-
µού; Ίσως να ξυπνούσαµε µέσα της τα οικολογικά της αισθήµατα και µας χάριζε τα υφάσµατα που χρειαζόµαστε.
- Πολύ καλή ιδέα. Βιαστείτε για να προλάβουµε.
Ευτυχώς η κυρα-Ρήνα, συγκινήθηκε πολύ µε την ιστορία της Μαριλού και τους χάρισε όσα υφάσµατα χρειάζονταν. Τα παιδιά και η σταγονίτσα χωρίς να χάνουν πολύτιµο χρόνο, άρχισαν να ζωγραφίζουν τα πανό ενώ η Ζωή και η Μαριλού πήγαν στο βιβλιοπωλείο του κυρ-Στάθη για να φωτοτυπήσουν τα ενηµερωτικά φυλλάδια.
Την άλλη µέρα τα παιδιά συναντήθηκαν στην όχθη του ποταµού. Η αγωνία ήταν διάχυτη στα µάτια
τους. Η σταγονίτσα αγωνιούσε τόσο πολύ που δεν µπορούσε να ησυχάσει. Όλα ήταν έτοιµα. Τα πο-
λύχρωµα πανό µε τα συνθήµατα, τα ενηµερωτικά φυλλάδια και η ντουντούκα. Η ώρα ήταν 10:50.
- Ώρα να ξεκινούµε σιγά, σιγά είπε η Ελπίδα.
Ο Άντης πήρε αποφασιστικά τη ντουντούκα και άρχισε να φωνάζει συνθήµατα. και πίσω του να ακολουθούν τα παιδιά.
ΘΕΛΟΥΜΕ ΠΟΤΑΜΙ ΚΑΘΑΡΟ
ΚΑΘΑΡΙΣΤΕ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΑΠΟ ΤΑ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΑ ΑΠΟΒΛΗΤΑ
ΕΞ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙ∆ΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΕΙΝΕΙ ΚΑΘΑΡΟ
Τα συνθήµατα και τα πανό κίνησαν την περιέργεια των περαστικών που είχαν αρχίσει να µαζεύονται γύρω από τα παιδιά. Ο κύριος Πετρέλης άκουσε τις φωνές και βγήκε παραξενεµένος στο παράθυρο.

Κεφάλαιο 5 (Ελλάδα)

Ο κύριος Πετρέλης είδε από το παράθυρό του πολύ κόσµο µαζεµένο κάτω και ντροπιάστηκε. Φοβήθηκε πως θα τον καταγγείλουν στην Greenpeace και δεν πέταξε τα απόβλητά του εκείνη τη µέρα στο ποτάµι.
Την επόµενη φορά που πήγε να τα πετάξει διάλεξε µια µέρα που δεν ήταν κανείς έξω. Όµως τα σκουπίδια δεν κύλησαν στο ποτάµι γιατί τα παιδιά είχαν βάλει ένα δίχτυ και τα µάζεψαν. Ύστερα πήραν το δίχτυ και το άδειασαν µέσα στο εργοστάσιο. Το εργοστάσιο παραλίγο να χαλάσει και ο κύριος
Πετρέλης από τότε δεν ξαναπέταξε σκουπίδια. Τα έκανε ανακύκλωση γιατί κατάλαβε πως µόνο έτσι θα µπορούσαν όλοι να είναι ευχαριστηµένοι και να έχουν καθαρό περιβάλλον.
Η Μαριλού αποφάσισε τότε να συνεχίσει το ταξίδι της. Μάζεψε τα πράγµατά της, χαιρέτησε τη Ζωή και τα άλλα παιδιά και βούτηξε στο καθαρούλι ποταµάκι, που ήταν το σπίτι της.
Κολύµπησε, έψαξε µέχρι που το βρήκε. Μπαίνει µέσα και φωνάζει:
—Ήρθα!!!
Όµως κανείς δεν της απάντησε. Ώσπου µια γειτόνισσα της είπε:
—Οι γονείς σου ανέβηκαν στη στεριά για να ψάξουν να σε βρουν!
Τι να κάνει τώρα η Μαριλού; Θα τους περίµενε να γυρίσουν αλλά µέχρι τότε σκέφτηκε να πάει στη διπλανή λιµνούλα να διηγηθεί τις περιπέτειές της στους φίλους της τα ζωάκια:το Σάκη το βατραχάκι, τον Γιωργάκη το κροκοδειλάκι, τον Αποστολάκη το ψαράκι και τον Αλεξανδράκη το παπάκι. Συζητώντας είχαν µια ιδέα: να κάνουν µια συναυλία. Θα γράφαν και θα τραγουδούσαν τραγούδια για το
νερό. Τραγούδια που θα λέγανε πόσο όµορφο και χρήσιµο είναι το νερό και πώς πρέπει να το προσέχουµε. Να µην το λερώνουµε και να µην το σπαταλάµε.
Στρώθηκαν λοιπόν όλοι στη δουλειά. Όταν γύρισαν οι γονείς της Μαριλού µαζί µε το Σταγονούλη,
τον αδελφό της, όλα ήταν έτοιµα. Έγινε τότε µια µεγάλη γιορτή.
Η Μαριλού διηγούνταν τις περιπέτειές της και όλοι µαζί τραγουδούσαν, λέγαν ποιήµατα και χόρευαν για να γιορτάσουν το νερό που δίνει ζωή σ` όλη τη γη.
Η γιορτή µεταδόθηκε από την τηλεόραση σ` όλον τον κόσµο και πολλοί ήταν αυτοί που σκέφτηκαν να
προσέχουν το νερό σαν τα µάτια τους!!!
ΤΕΛΟΣ
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ "ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΕΜΕΝΗ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου