Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Τα Δίδυμα Αδέρφια. Αφρικάνικο Παραμύθι

Από την Anna-Maria Vasilaki
Μια φορά και ένα καιρό ήταν μια γυναίκα που είχε δίδυμα αγόρια. Τον Λουέμπα και τον Μαβούγκου.
Την ημέρα που γεννήθηκαν μια μάγισσα έδωσε στη μητέρα δύο πέτρες στρογγυλές και λείες. Της είπε ότι αυτά είναι τα φυλαχτά τους και ότι δεν έπρεπε ποτέ να τα βγάλουν από το λαιμό τους και όταν τα παιδιά μεγαλώσουν να τους ενημερώσει. Η γυναίκα έκανε ακριβώς όπως της είπε η μάγισσα και τα παιδιά μεγάλωσαν και έγιναν δύο πολύ όμορφα παλικάρια.
Ένα πρωί ο Μαβούγκου αποφάσισε να ταξιδέψει γιατί ζωή στο χωρίο του φαινόταν πολύ μονότονη και τον είχε κουράσει. Έτσι το ανακοίνωσε στη μητέρα του.
- Δεν έχω καμία αντίρρηση να φύγεις παιδί μου και να ταξιδέψεις αλλά στεναχωριέμαι που δεν μπορώ να σου δώσω τίποτα μαζί σου μιας και είμαστε τόσο φτωχοί.
- Δεν πειράζει μητέρα, είπε ο Μαβούγκου, άλλωστε είναι καιρός να δοκιμάσω και τη δύναμη του μαγικού μου φυλαχτού!
Έτσι αποχαιρέτησε τη μητέρα του και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κατευθύνθηκε προς το δάσος. Όταν έφτασε εκεί, έκοψε μερικά φύλα και τα άγγιξε με το φυλαχτό του και ρίχνοντας τα ένα, ένα κάτω είπε:
«να γίνεις άλογο»
«να γίνεις μαχαίρι»
« να γίνεις τουφέκι»
Έτσι και έγινε! Ένα πανέμορφο άσπρο άλογο ξεπήδησε μπροστά του, ένα μαχαίρι βρέθηκε κρεμασμένο στο ζωνάρι του και τέλος ένα τουφέκι περάστηκε στον ώμο του. Ο Μαβούγκου χάρηκε πολύ. Καβάλησε αμέσως το άλογο και ξεκίνησε για το ταξίδι του. Κάποια στιγμή κουράστηκε και πείνασε. Τότε κρατώντας το φυλαχτό του είπε:
- Λοιπόν φυλαχτό μου; Κουράστηκα και πείνασα. Θα με αφήσεις να πεθάνω της πείνας; Και αγγίζοντας μια πέτρα ένα τεράστιο και πλουσιοπάροχο τραπέζι απλώθηκε μπροστά του με όλες τις λιχουδιές. Έτσι, ο Μαβούγκου αφού έφαγε ήπιε και ξαπόστασε συνέχισε το ταξίδι του.
Όχι πολύ μακριά από εκεί που ξαπόστασε ο Μαβούγκου υπήρχε μια πολιτεία πολύ όμορφη. Ο βασιλιάς της πολιτείας αυτής είχε μια κόρη όμορφη αλλά και πολύ πεισματάρα. Πολλοί την είχαν ζητήσει για γυναίκα τους αλλά εκείνη συνεχώς αρνιόταν.
Ο Μαβούγκου έφτασε λοιπόν στην πολιτεία και στάθηκε για λίγο στην ακροποταμιά. Εκεί έτυχε να είναι και ή βασιλοπούλα τις με φίλες της. Μόλις αντίκρισε τον Μαβούγκου, γύρισε στο σπίτι τρέχοντας και
είπε στους γονείς της:
- Βρήκα τον άντρα που θα παντρευτώ και αν δεν τον πάρω θα πεθάνω.
Τότε ο βασιλιάς διέταξε την φρουρά του να ψάξουν να βρουν το ξένο και να τον φέρουν στο παλάτι για να του κάνει το τραπέζι.
Ο Μαβούγκου, όταν του είπαν οι φρουροί ότι τον ζητάει ο βασιλιάς να του κάνει το τραπέζι δέχτηκε και με τη βοήθεια του φυλαχτού του πήγε και πλούσια δώρα στο βασιλιά.
Σίγουρα ο Μαβούγκου έκανε πολύ καλή εντύπωση στον βασιλιά ο οποίος έδωσε την ευχή του να γίνου οι γάμοι αμέσως.
Στο σπίτι όπου έμεινε το ζευγάρι υπήρχαν τρεις καθρέπτες σκεπασμένοι. Ο Μαβούγκου ήταν πολύ περίεργος και ρώτησε τη γυναίκα του ποιος ο λόγος που ήταν σκεπασμένοι οι καθρέπτες. Η γυναίκα, του είπε ότι είναι επικίνδυνο να τους κοιτάξει κανείς. Ο Μαβούγκου όμως επέμενε ότι ήθελε να του δει. Τότε η γυναίκα του υποχώρησε και τράβηξε το ύφασμα από τον πρώτο καθρέπτη. Έτσι, ο Μαβούγκου αντίκρισε μέσα στον καθρέπτη την πόλη που γεννήθηκε.
- Σ’ αυτόν τον καθρέπτη, όπως κατάλαβες, όποιος κοιτάξει θα δει την πόλη που γεννήθηκε του είπε η γυναίκα του. Στον δεύτερο καθρέπτη βλέπει κανείς τα μέρη όπου ταξίδεψε του είπε και τράβηξε το ύφασμα.
-Και στον τρίτο καθρέφτη; Ρώτησε όλο περιέργεια ο Μαβούγκου!
-Στον τρίτο καθρέπτη καλό θα ήταν να μην κοιτάξει κανείς γιατί θα δει μια πολιτεία που αν τη επισκεφτεί δεν πρόκειται να ξαναγυρίσει ποτέ.
-Εγώ θα κοιτάξω, είπε ο Μαβούγκου όλο εγωισμό και τράβηξε το ύφασμα. Η εικόνα της πολιτείας φοβερή όπως ήταν τον τρόμαξε άλλα συνάμα του γέννησε την επιθυμία να ψάξει να την βρει και να την επισκεφτεί.
-Σε παρακαλώ μην πας, τον παρακάλεσε η γυναίκα του. Ξέρω ότι δεν θα ξαναγυρίσεις ποτέ, του είπε άλλα εκείνος δεν άκουγε τίποτα.
Είχε πάρει τη απόφαση του! Θα πήγαινε ο κόσμος να χαλούσε. Έτσι καβάλησε το άλογό του και ξεκίνησε. Ταξίδεψε μήνες ολόκληρους. Πέρασε βουνά και λαγκάδια και μια μέρα συνάντησε μια γριά καθισμένη δίπλα από ένα μεγάλο σωρό από μαύρες και άσπρες πέτρες.
-Δε μου λες γριά. Έχεις φωτιά για την πίπα μου; Την ρώτησε ο Μαβούγκου.
-Κατέβα από το άλογο σου και έλα εδώ, του είπε η γριά.
Μόλις ο Μαβούγκου πλησίασε και η γριά τον άγγιξε μεταμορφώθηκε σε μαύρη πέτρα και το άλογό του σε άσπρη πέτρα.
Ο καιρός πέρασε γρήγορα και πίσω στην πατρίδα ο δίδυμος αδελφός Λουέμπα, μην έχοντας νέα του Μαβούγκου από την ημέρα που έφυγε, αποφάσισε να πάει να τον βρει.
Πήγε λοιπόν στο δάσος και αφού έκοψε και αυτό χορτάρια με την βοήθεια του μαγικού φυλαχτού έκανε άλογο, μαχαίρι και τουφέκι. Ταξίδεψε αρκετό καιρό και κάποια μέρα βρέθηκε στην πολιτεία που είχε παντρευτεί ο αδερφός του.
Μόλις βρέθηκε εκεί όλοι τον περιτριγύρισαν φωνάζοντας χαρούμενοι «γύρισε ο Μαβούγκου, ο άντρας της πριγκηπέσας.
Έτσι κατέβηκε από το άλογο και η όμορφη πριγκίπισσα του είπε:
-Ώστε γύρισες λοιπόν άντρα μου! Πόσο χαίρομαι! Άδικα ο Λουέμπα προσπάθησε να εξηγήσει ότι δεν ήταν ο Μαβούγκου. Όλοι ήταν τόσο χαρούμενοι που δεν άκουγαν τίποτα. Και κανείς δεν τον πίστευε ότι και να έλεγε.
Έτσι αποφάσισε να προσπαθήσει να καταλάβει μόνο του τι συνέβη στον αδελφό του. Αυτό δεν άργησε να γίνει, γιατί καθώς γύρισαν με την πριγκίπισσα σπίτι, εκείνη του είπε: - Δεν πιστεύω να θέλεις να ξαναδείς τους καθρέπτες;
-Φυσικά και θέλω. Και μάλιστα να μου τους δείξεις γρήγορα, της είπε.
Έτσι ο Λουέμπα είδε την πόλη που γεννήθηκε, στον πρώτο καθρέπτη. Τα μέρη από όπου πέρασε στο ταξίδι του, στον δεύτερο καθρέπτη. Και φυσικά παρατήρησε όλο ενδιαφέρον την πόλη όπου αν κανείς πήγαινε δεν θα γυρνούσε ποτέ. Έτσι δεν του ήταν και πολύ δύσκολο πια να καταλάβει τι είχε γίνει. Έτσι χωρίς να χάσει καθόλου καιρό είπε:
- Ξέχασα κάτι εκεί πέρα. Θα ξαναφύγω να το πάρω και θα γυρίσω γρήγορα.
- Να πας άντρα μου, άλλα να γυρίσεις γρήγορα, είπε αυτή τη φορά η πριγκίπισσα αφού νομίζοντας ότι ήταν ο Μαβούγκου που είχε γυρίσει δεν υπήρχε φόβος να ξαναπάει.
Έτσι αφού ο Λουέμπα ταξίδεψε για πολλές μέρες, έφτασε στον σωρό από τις μαύρες και άσπρες πέτρες όπου δίπλα του καθόταν η γριά.
-Γριά, έχεις φωτιά για την πίπα μου; την ρώτησε
- Κατέβα από το άλογο σου και κόπιασε κοντά μου, του είπε η γριά, κοιτάζοντάς τον περίεργα.
Ο Λουέμπα το ένιωσε το παράξενο κοίταγμα. Κατέβηκε λοιπόν από το άλογο του αλλά αντί να απλώσει το χέρι του στη γριά, την άγγιξε με το φυλαχτό του. Τότε η γη άνοιξε με μια και κατάπιε την γριά η οποία δεν σταμάτησε να ουρλιάζει. Στη συνέχεια ο Λουέμπα έριξε το φυλαχτό του πάνω στο σωρό από τις μαύρες και άσπρες πέτρες. Με μιας άρχισαν οι άσπρες πέτρες να μεταμορφώνονται σε άλογα και οι μαύρες σε όμορφα παλικάρια. Ανάμεσα του διέκρινε και τον αδερφό του το οποίο πλησίασε και αγκαλιαστήκαν μέσα σε δάκρυα χαράς.
Έτσι ανέβηκαν στα άλογά τους και πήραν το δρόμο του γυρισμού.
Φανταστείτε τη έκπληξη που ένιωσαν όλοι οι κάτοικοι και ιδιαίτερα η πριγκίπισσα και η οικογένεια της όταν αντίκρισαν τα δύο αδέρφια που έμοιαζαν σαν δύο σταγόνες νερό. Τους εξήγησαν βέβαια την ιστορία τους και το γλέντι που έγινε ήταν τόσο μεγάλο που κράτησε για μέρες.
Όταν ο Μαβούγκου μπήκε στο σπίτι του διαπίστωσε ότι οι τρεις καθρέπτες είχαν χαθεί. Βλέπετε μόλις η γριά εξαφανίστηκε λύθηκαν και τα μάγια. Έτσι εξαφανίστηκαν και οι τρεις μαγεμένοι καθρέφτες. Και κανείς πια δεν έμαθε ξανά τίποτα για την πολιτεία που όποιος πήγαινε δεν ξαναγύριζε ποτέ.
Στο μεταξύ ο Λουέμπα είχε φύγει για να επιστρέψει πίσω στη πατρίδα του όπου η μητέρα του τον περίμενε όλο αγωνία για να μάθει νέα του Μαβούγκου. Ο Λουέμπα της εξιστόρησε τα νέα και την πήρε να την πάει στην πολιτεία, να δει το γιό της Μαβούγκου και την γυναίκα του, οι οποίοι στο μεταξύ είχαν γίνει βασιλιάδες αφού διαδέχτηκαν στο θρόνο τους γονείς της. Εκεί έζησαν κοντά τους μέχρι την τελευταία της πνοή.
Από την Anna-Maria Vasilaki
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΕΜΕΝΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου