Παρασκευή, 16 Απριλίου 2010

Σαν Παραμύθι του παππού...

Η φλογέρα του βασιλιά, τα ποντίκια, οι γάτες που τα έφαγαν και οι σκύλοι που έδιωξαν τις γάτες από το νησί...
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που φορούσε συνέχεια στέμμα και κόκκινη χλαμύδα από ακριβό βελούδο. Αγαπούσε τη μουσική μα περισσότερο από όλα τα όργανα λάτρευε την φλογέρα. Δεν είχε άδικο για αυτή του την προτίμηση γιατί αποδείχθηκε ότι η φλογέρα ήταν μαγική. Ο ήχος της και τα σκαμπανεβάσματα στην κλίμακα του “ντο” και του “σολ” μάγευε τα ποντίκια, τα έκανε πειθήνια όργανα, τα τύφλωνε στα μάτια και στο νου.
Έτσι για να σώσει τη χώρα του ο καλός βασιλιάς από τον αλόγιστο πολλαπλασιασμό των ποντικιών αποφάσισε να επέμβει. Πώρε τη φλογέρα και παίζοντας άρχισε να διασχίζει τους δρόμους του βασιλείου του. Και ώ του θαύματος! Πίσω σχηματίσθηκε μία ατέλειωτη ουρά από τα σιχαμερά αυτά ζώα. Μπροστά λοιπόν ο βασιλιάς και πίσω του τα στίφη των ποντικιών. Σώθηκε η χώρα, εξαφανίστηκαν τα ποντίκια και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Όμως κάποια από αυτά σκαρφάλωσαν σε πλοίο, το πλοίο βυθίστηκε σε κάποιο ταξίδι και τα ποντίκια βγήκαν σε κοντινό νησί. Σε ένα χρόνο εκεί στο νησί πολλαπλασιάστηκαν πάρα πολύ και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να φέρουν γάτες. Έτσι οι ποντικοί εξαφανίστηκαν, οι γάτες όμως αυξήθηκαν και αυτές πάρα πολύ.
Ο γεροντότερος του νησιού πρότεινε να φέρουν σκύλους για να διώξουν τις γάτες και τον άκουσαν. Ήρθαν και οι σκύλοι, ο τόπος γέμισε από γαβγίσματα και νιαουρίσματα, ομηρικές μάχες στους δρόμους και τα σοκάκια. Πάνε και οι γάτες άλλες ξεσκίστηκαν από τα σκυλιά άλλες έπεσαν στη θάλασσα και από δω πάνε και οι άλλοι....
Τα πάντα ησύχασαν στο μικρό νησί, ήρθε ο χειμώνας , όλοι κούρνιασαν κοντά στο τζάκι κάπου ακούγονταν κανένα γάβγισμα ή μερικά γρυλίσματα.
Ουφ! Πάει το κακό, το νησί βρήκε την ηρεμία του, όλοι λένε ότι ο σκύλος είναι ο πιστός φίλος του ανθρώπου και ο καλύτερος φύλακας. Φυλάει τα πρόβατα από τους λύκους , τα κοτέτσια από τις αλεπούδες, τον άνθρωπο από όλα τα κακά. Στό νησί όμως ούτε λύκους είχαν, ούτε αλεπούδες, ούτε άλλα κακά. Ζούσαν ήρεμα, ζούσαν φτωχικά, ζούσαν όλοι αγαπημένοι.
Οι εποχές διαδέχονται η μια την άλλη. Τέλειωσε ο χειμώνας, τα δέντρα άρχισαν να αναρριχούν, το ένα μετά το άλλο πετούν τα μπουμπούκια τους και το ένα μετά το άλλο τα νέα σκυλάκια, κουτάβια ακόμη, ξεπετάχτηκαν από τις φωλιές τους και γέμισαν γαυγίσματα το μικρό νησί.
Ήταν τόσα πολλά και τόσο όμορφα, άσπρα, καφετιά, γκρίζα, με μαύρες βούλες και τσαχπίνικες μουσούδες. Όλοι έπαιζαν μαζί τους, τα χαίρονταν και τα αγαπούσαν όμως σιγά-σιγά άρχισαν τα προβλήματα. Τα μικρά μεγάλωσαν, το φαγητό τους λιγόστευε, οι δρόμοι βρώμισαν αυτά θέριεψαν και αγρίεψαν. Δεν γνώριζαν τους φίλους τους, ξέχασαν τα παιδικά παιχνίδια, η πείνα ήταν ολοφάνερη στα μάτια και στην κοιλιά τους, τα κατοικίδια ζώα του χωριού μέρα με τη μέρα λιγόστευαν , κότες, κουνέλια, χήνες βρήκαν το μπελά τους, μα προχθές χάθηκαν και δύο πρόβατα. Να σήμερα το πρωί χάθηκαν τρία μικρά κατσικάκια.
Το νησί αναστατώθηκε, έγινε αμέσως σύναξη των κατοίκων για να βρεθεί λύση. Μία ήταν και μοναδική: να διώξουν τα σκυλιά. Εύκολο ήταν όμως! Πώς και με ποιο τρόπο θα γινόταν αυτό. Άλλοι επέμεναν, άλλοι αντιδρούσαν. Τι φταίνε τα καημένα τα ζωντανά , ψυχή έχουν και αυτά. Ναι, απαντούσαν οι άλλοι ,ψυχή έχουν, αλλά στο τέλος δεν θα έχουμε εμείς και τα άλλα ζωντανά στο νησί. Και τα οφείλουμε χάρη, έλεγαν οι πρώτοι, γιατί αυτά έδιωξαν τις γάτες, που έδιωξαν τους ποντικούς που έφαγαν το φυτίλι, ντίλι, ντίλι κ.λ.π. κ.λ.π. Οι συζητήσεις ατέρμονες και ατελέσφορες, τα κατοικίδια ζώα όλο και λιγόστευαν. Ξάφνου ένα πρωί οι δρόμοι ήταν γεμάτοι από κουφάρια, σκύλων, ο ένας κοιτούσε τον άλλον, όλοι σιγομουρμούριζαν ο καθένας προσπαθούσε να μαντέψει ποιος το έκανε αυτό.
Τα πράγματα ησύχασαν κάπως, το κακό περιορίστηκε, τα πιο ήρεμα σκυλιά φυγαδεύτηκαν σε άλλα νησιά, τα άγρια έμειναν μακριά από τους ανθρώπους, απομονωμένα και στο τέλος πέθαναν από την πείνα. Το νησί ησύχασε ,όλοι βρήκαν την ηρεμία τους όταν ξάφνου ένα πρωί άκουσαν τον ήχο της φλογέρας να έρχεται από το λιμάνι. Έτρεξαν τρομαγμένοι και είδαν το βασιλιά με την λαμπερή κορώνα και τον βελούδινο μανδύα να κατεβαίνει από το καράβι φυσώντας τη φλογέρα του. Τι ήταν αυτά τα μαύρα πράγματα που κινούνταν πίσω από το βασιλιά; Ω Θεέ μου, πάλι τα ποντίκια! Μα τι του ήρθε αυτού του ευλογημένου να τα φέρει στο νησί μας;. Είδαμε και πάθαμε να ησυχάσουμε. Τι φταίμε τέλος πάντων, ποιον πειράξαμε μονολογούσαν οι κάτοικοι του νησιού. Δεν είναι τόπος για απόβλητα εδώ το νησί μας είναι καθαρό και ήσυχο. Το περιβάλλον μας μυρίζει φρέσκο οξυγόνο , δεν την θέλουμε την απόπνοια αυτών των βρωμερών και επικίνδυνων ζώων.
Με τα πολλά με τα λίγα η φλογέρα δεν ξανακούστηκε, ας είναι καλά ο καλός βασιλιάς μας λυπήθηκε και τα πήγε σε άλλο νησί!
Αλεξ. Δημητρακόπουλος
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗN ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ "ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΛΩΣΤΗ ΔΕΜΕΝΗ''

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου